ΜΙΑ ΖΩΗ ΧΙΛΙΑ ΟΝΕΙΡΑ
Γράφει η καθηγήτρια του σχολείου μας κ. Μαρία Σαββίδου - Φιλόλογος

 «Μια ζωή χίλια όνειρα»: Θα μπορούσε να είναι τίτλος ταινίας ή τίτλος βιβλίου,  που έχει ως ήρωα κάποιον που κυνηγά τα όνειρα του, και που ίσως δεν του φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τα πραγματοποιήσει. Δεν είναι όμως έτσι, γιατί είναι ο τίτλος της ζωής χιλιάδων νέων, που βρίσκονται στο ξεκίνημά τους, και που πρέπει να αποφασίσουν, σε τι δρόμο θα πορευτούν, και ποιον πνευματικό προσανατολισμό θα ακολουθήσουν.

 

 

  Ένα δίλημμα που ποτέ δεν ήταν εύκολο, ακόμα και όταν οι κοινωνικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές. Πόσο μάλλον τώρα, που τα πράγματαδυσκολεύουν, τόσο στον οικονομικό-πολιτικοκοινωνικό τομέα, όσο και στον ηθικό.

   Ας πιάσουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Κάθε νέος άνθρωπος, όντας στην εφηβική και μετεφηβική του ηλικία, έχει δικαίωμα να ονειρεύεται. Να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο, να ονειρεύεται ένα επάγγελμα που αγαπά, να ονειρεύεται μια οικογένεια, να ονειρεύεται την προσωπική του ευτυχία. Είναι σε πρωτογενή κατάσταση τα συναισθήματά του, τα αντανακλαστικά του σε συνεχή εγρήγορση, και η ορμή της ζωής σε έξαρση. Μια φουσκοθαλασσιά που δεν την γητεύει ο παραμικρός φραγμός. Ένα ορμέμφυτο της ζωής και του έρωτα, που μόνο με την ανοιξιάτικη έκρηξη της φύσης μπορεί να παραλληλιστεί .

   Αυτή η αχαλίνωτη ορμή και δύναμη, κυοφορεί εν σπέρματι την ανάγκηγια δημιουργία, για επέκταση, γιατί ο νέος δεν έχει παρελθόν, δεν έχει διανύσει μια πορεία ζωής, και αυτό του επιτρέπει να ατενίζει το μέλλον, άλλοτε με αυθάδεια, και άλλοτε με σωφροσύνη. Πάντως σίγουρα κοιτάζει μόνο μπροστά. Οπότε εύλογα αναρωτιέται κανείς, πως φτάσαμε από το πρότυπο του φέρελπη νέου, στον τύπο του απέλπιδος και μηδενιστή.

   Είναι ένα πρόβλημα που τα αίτιά του μας γυρίζουν πίσω, μέχρι και τον β? παγκόσμιο πόλεμο. Η κατοχική-μεταπολεμική γενιά πέρασε πολλές δυσκολίες. Γνώρισε τον πόλεμο με τις χιλιάδες καταστροφές και θύματα, την πείνα που θέρισε κυρίως τον αστικό πληθυσμό και την ένδεια σε βασικά αγαθά. Άντεξε σε ανείπωτες κακουχίες, και υπέμεινε τον ευτελισμό της αξιοπρέπειάς της και τον ευτελισμό της ύπαρξής της. Μέσα σ? όλη αυτήν τη σκοτεινιά όμως, γεννιόταν ταυτόχρονα και μια αχλύ φωτός και αισιοδοξίας.

   Ο κόσμος πέρασε μεταπολεμικά σε φάση ανάπτυξης και ανοικοδόμησης, ανοίγοντας την αγορά εργασίας παντοιοτρόπως. Οι ανθρώπινες αξίες πέρασαν από κρισάρα, για να διατηρηθεί ο κοινωνικός ιστός. Όσες δυσκολίες και αν υπήρχαν, δημιουργούνταν καινούργιες ευκαιρίες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η πόρτα της μετανάστευσης, παρά τα σύνοδα αρνητικά της χαρακτηριστικά, ήταν ανοιχτή, προσφέροντας διέξοδο στην ανάγκη βιοπορισμού που επικρατούσε.

    Όλα αυτά όμως γύρισαν ανάστροφα κάπου εκεί στη δεκαετία του 70. Η αστική τάξη κινούνταν κατεξοχήν στα δυτικά πρότυπα, και το πνεύμα του καταναλωτισμού ήρθε να αλώσει οτιδήποτε είχε σχέση με μια σώφρονα στάση ζωής, που ως κριτήριο είχε το μέτρο και τον άνθρωπο. Αποδομούνται αξίες που συνείχαν την κοινωνία επί μακρόν, πλήττοντας πρωτίστως τους βασικούς θεσμούς, και αποπροσανατολίζοντας το λαό από τα συστατικά στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η γένεση του ατομικιστή ανθρώπου, του αρριβιστή, που ανερυθρίαστα αποβλέπει στην προσωπική του καθιέρωση μ? οποιοδήποτε μέσο. Αλυσιδωτά αυτό επέφερε τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, τη διαστρέβλωση των αξιών με το φτιασιδωμένο προσωπείο της προοδευτικότητας, που στόχο είχε τη σύγχυση και τη χαοτική ανακατάταξη του ανθρώπινου συναισθήματος και της ανθρώπινης ψυχής, ώστε να μην οικοδομείται ένας κώδικας συμπεριφοράς και μια στάση ζωής, που να συντελεί στην εξέλιξη της κοινωνίας, και στον σεβασμό της ύπαρξης του άλλου.

   Λύκος μονάχος έγινε ο άνθρωπος. «Ο συνάνθρωπός μου είναι η κόλασή μου» αντί του «υπάρχω μόνο σε σχέση με τον άλλον».

   Αυτή η αντίληψη περιχαράκωσε τον άνθρωπο, τον αλλοτρίωσε ως οντότητα και εξαχρείωσε την ηθική του υπόσταση. Περιόρισε το σκοπό της ύπαρξης του στα γήινα και χοϊκά, και αυτοπροσδιόρισε τα όρια της οντολογικής του ταυτότητας μέσα στα πλαίσια της κτίσης, είτε αυτό λέγεται φύση, είτε αυτό λέγεται απολλώνεια ή διονυσιακή ευδαιμονία. Στην εποχή μας αυτά συμπληρώθηκαν και από ένα τεχνοκρατικό πνεύμα, που έκανε ακόμα πιο απρόσωπες τις σχέσεις, και αυτοδικαιώνει τον έχοντα εξουσία και δύναμη, να επιβάλλει το θέλημά του, σε όποιον θεωρεί υποδεέστερό του.

   Μέσα λοιπόν σ? αυτόν τον ασφυκτικό κλοιό, ο άνθρωπος έμεινε ανοχύρωτος, οπότε η κρίση που ξέσπασε θεωρείται λογικός απότοκος αυτής της κατάστασης, μιας και πρωτίστως είναι ηθικοπνευματική, και δευτερευόντως πολιτικοοικονομική-κοινωνική. Και επειδή ζούμε σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη, γρήγορα πήρε παγκόσμιες διαστάσεις, οπότε και η διέξοδος της μετανάστευσης είναι δυνατή μόνο σε όσους έχουν εξειδίκευση.

   Σ? αυτό το αντι- ανθρώπινο σκηνικό καλείται σήμερα ο νέος να σκηνοθετήσει τη ζωή του, να βάλει στόχους, να οραματιστεί. Για να πραγματώσει όμως ένα όραμα για το μέλλον, πρέπει πρώτα η προηγούμενη γενιά να του έχει κληροδοτήσει μια γερή χειραποσκευή από αξίες, ιδανικά και πρότυπα, και κατόπιν οι πύλες της κοινωνίας να είναι ορθάνοιχτες για να τον προϋπαντήσουν. Σήμερα δεν υπάρχει ούτε το ένα, ούτε το άλλο, οπότε η ζωή και η ύπαρξη ενός νέου δεν νοηματοδοτείται, πράγμα που τον οδηγεί στο μηδενισμό. Γι? αυτό καταστρέφει και αυτοκαταστρέφεται, ασκεί βία και οργανώνεται σε συμμορίες ή άλλου είδους κοινωνικές ομάδες, ώστε να επιβεβαιωθεί ως άτομο. Το συναίσθημά του τελεί υπό νάρκωση και ένας διάχυτος κυνισμός χαρακτηρίζει τις σχέσεις του, λόγω έλλειψης ενός συλλογικού πνεύματος συνύπαρξης, Τα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης δίνουν μια επίφαση επικοινωνίας και διαπροσωπικών σχέσεων, με τους χιλιάδες «φίλους» και «followers». Καταργείται στην ουσία ο άνθρωπος ως πρόσωπο και εκθειάζεται το άτομο.

   Όσον αφορά τώρα την αντιμετώπιση του προβλήματος, πρέπει να ανατρέξουμε στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Η αρχαία αγορά και η Εκκλησία του Δήμου, η Ενορία και η Κοινότητα-Χωρίον του Βυζαντίου, μας δίνουν τη λύση του προβλήματος, με την πρόταση ζωής που προσπορίζουν, και την υπέρβαση του εγώ που προοιονίζονται.

   Αν ανατρέξουμε στις ρίζες μας, θα βρούμε το γιατρικό της κοινωνικής πληγής. Θα αλλάξει ο πνευματικός μας προσανατολισμός, και θα δώσουμε ξανά το αρχέγονο νόημα στις αξίες και τα ιδανικά που συνέχουν την κοινωνία. Αν αλλάξει αυτό θα έρθουν και οι αλλαγές στις πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές δομές, που θα έχουν ως κέντρο τον άνθρωπο. Επίσης θα νοηματοδοτηθεί μ? άλλο τρόπο ο σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου. Θα δοθεί ο «αέρας» στον άνθρωπο για να ανοίξει τα φτερά του, να αναδιπλωθεί, και να υπάρχει μόνο μέσα σε ένα συλλογικό πνεύμα συνύπαρξης. Τότε θα εκπληρωθεί και ο σκοπός του, που είναι να ξεπεράσει την ύλη και να υψωθεί πνευματικά. Άλλωστε ο άνθρωπος πλάστηκε για να κοιτάει ψηλά(άνω θρώσκω). Μόνο αν αλλάξουμε το ανθρώπινο-ανθρωπιστικό υπόβαθρο της κοινωνίας , κληρονομούμε στους νέους το δικαίωμα να ονειρεύονται και να ανοίγουν νέους ορίζοντες στο μέλλον, διασφαλίζοντας ομαλά την κοινωνική συνέχεια και εξέλιξη.

                                                                           ΜΑΡΙΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ

                                                                              ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ